Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΗ… ΑΠΟ ΤΟ ΤΑΞΙΚΟ ΜΙΣΟΣ (ή αλλιώς στα στρατοδικεία της δημοκρατίας)

27 01 2011

Στις 17/1 ξεκίνησε η δίκη για την υπόθεση της «Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς», με ένα κατηγορητήριο που αποτελείται από πλήθος διάτρητα έως ανύπαρκτα στοιχεία, αυθαίρετα συμπεράσματα και αστυνομικές επινοήσεις.

Από την έναρξη της δίκης άρχισε να ξετυλίγεται το θέατρο του παραλόγου.

Αυτό κι αν ήταν ειδικό δικαστήριο σε ειδικές συνθήκες και με ειδική δικονομική αντιμετώπιση.

Καταρχήν η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού για λόγους υποτίθεται ασφάλειας καταργεί εκ προοιμίου την αρχή του δημόσιου χαρακτήρα της δίκης πολύ δε περισσότερο σε συνδυασμό με την καταγραφή των στοιχείων όσων θέλουν να παραβρεθούν στο ακροατήριο.

Βεβαίως, η παράδοση της ταυτότητας για την είσοδο στο ειδικό δικαστήριο ήταν ευγενική χορηγία του δικαστηρίου στην “αντιτρομοκρατική” με προφανή στόχο την διεύρυνση των φακέλων της.

Οι κατηγορούμενοι είχαν χειροπέδες στα χέρια ακόμα και στα διαλείμματα της δίκης για λόγους ασφαλείας, αφού θα μπορούσαν να δραπετεύσουν από την αίθουσα του δικαστηρίου και να βρεθούν…. στο προαύλιο του Κορυδαλλού.

Η άρνηση να κρατηθούν μαγνητοφωνημένα πρακτικά για λόγους οικονομίας ήταν το κερασάκι στην τούρτα. (κάπως πρέπει και αυτό το κράτος να κάνει απόσβεση από το Βατοπέδιο και τη Siemens. Επίσης τέτοιες σπατάλες τις απαγορεύει και το ΔΝΤ)

Εύλογη λοιπόν η αντίδραση των κατηγορουμένων που αποχώρησαν από τη δίκη και συγχρόνως απέσυραν του δικηγόρους τους όταν δεν ικανοποιήθηκαν τα αυτονόητα αιτήματά τους.

Απόρριψη αιτημάτων από μια δικαστική έδρα που προφανώς ενεργούσε με «άνωθεν» εντολές, πώς αλλιώς να εξηγηθεί η αλλαγή της στάσης της μέσα σε λίγες ώρες παρά μόνο ότι έστω και καθυστερημένα έφτασε η «γραμμή».

Μετά την αποχώρηση κατηγορουμένων και δικηγόρων ξεκίνησε το γαϊτανάκι του διορισμού συνηγόρων. Ελπίζουμε ότι δεν θα βρεθεί ούτε ένας δικηγόρος που να  δεχθεί να παίξει τέτοιο εξευτελιστικό ρόλο. Αυτόν του επίορκου.

Φτάνει πια ως εδώ. Αν νομίζουν ότι χωρίς την παρουσία των κατηγορουμένων και των δικηγόρων τους σε μια άδεια αίθουσα και με διορισμένους δικηγόρους θα κάνουν τη δίκη είναι γελασμένοι. Τα στρατοδικεία της Χούντας δεν θα αναβιώσουν σήμερα.

 

Η Δράση για την Ελευθερία εκφράζει την αλληλεγγύη της στους κατηγορούμενους της υπόθεσης ΣΠΦ που έχουν ξεκινήσει αποχή συσσιτίου για να ικανοποιηθούν τα αυτονόητα δίκαια αιτήματά τους.





ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ: ΠΕΔΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗΣ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ

11 01 2011

Ζούμε σε μια περίοδο που διακρίνεται από την ένταση της κρατικής καταστολής, των συλλήψεων και των διώξεων, καθώς και την κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των πολιτικών κρατουμένων. Επιπλέον, ξεκινούν δίκες για υποθέσεις ένοπλης δράσης με κατηγορουμένους οι οποίοι είτε αρνούνται το κατηγορητήριο είτε αναλαμβάνουν την ευθύνη της συμμετοχής τους σε ένοπλες οργανώσεις. Ως Δράση για την Ελευθερία, θεωρούμε ότι μια ουσιαστική συζήτηση για την αλληλεγγύη, στο πλαίσιο του κινήματος, είναι εξαιρετικά αναγκαία σήμερα και αυτό το κείμενο επιχειρεί να συνεισφέρει σε αυτή τη συζήτηση: Πώς τίθεται το ζήτημα της αλληλεγγύης από αντικαπιταλιστική/αντιεξουσιαστική σκοπιά; Από ποιους και σε ποιους; Πού συναντώνται η γενική ιδεολογικοπολιτική αλληλεγγύη σε διωκόμενους αγωνιστές με τις συγκεκριμένες ανάγκες της νομικής υπεράσπισης κάποιων από αυτούς; Τελικά, η αλληλεγγύη αποτελεί αξιακό πυρήνα του κοινωνικού κινήματος και γιατί η αλληλεγγύη ιδιαίτερα στους πολιτικούς κρατούμενους συνιστά βασική συνιστώσα του επαναστατικού εγχειρήματος;

 

ΠΕΔΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Γενικά, εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας α) σε όσους-ες υφίστανται την καπιταλιστική/κρατική εκμετάλλευση, καταπίεση και βαρβαρότητα (ή πλευρές τους) και β) σε όσους-ες αγωνίζονται εναντίον τους – ανεξάρτητα από την ένταση και τις μορφές του αγώνα τους. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται από εργαζόμενοι και άνεργοι μέχρι μετανάστες, κοινωνικά αποκλεισμένοι και λαοί που βιώνουν την καπιταλιστική λεηλασία και την ιμπεριαλιστική τρομοκρατία ενώ στη δεύτερη ανήκουν από απεργοί, διαδηλωτές και καταληψίες μέχρι μαχητικοί αγωνιστές και αντάρτες πόλης.

Η ευρύτητα των πεδίων της αλληλεγγύης δεν καθορίζεται από κάποια αφηρημένη ευαισθησία, αλλά από το σύνολο των αντιφάσεων της καπιταλιστικής κυριαρχίας και την πολλαπλότητα των (δυνάμει) ανταγωνιστικών υποκειμένων που αυτή δημιουργεί – ή τείνει να δημιουργεί. Με αυτή την έννοια, η αλληλεγγύη, όπως και κάθε κοινωνική ή πολιτική πρακτική, έχει ιδεολογικό πρόσημο. Αυτό που οριοθετεί την επαναστατική αλληλεγγύη από άλλες μορφές αλληλεγγύης είναι ότι συγκρούεται με τον πυρήνα της καπιταλιστικής κυριαρχίας και της αστικής νομιμότητας, ότι συνδέει το εκάστοτε «ειδικό» ζήτημα με τα «γενικά» επίδικα του απελευθερωτικού εγχειρήματος. Ασφαλώς, η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους, λόγω της φυσιογνωμίας των αποδεκτών της και της κεντρικότητας της «αντιτρομοκρατίας» στο λόγο και τη στρατηγική της κυριαρχίας, συμπυκνώνει αντικαθεστωτική κριτική και δράση, καθώς, εκτός των προηγούμενων, αμφισβητεί ευθέως το κρατικό μονοπώλιο στη βία, το οποίο μαζί με την ατομική ιδιοκτησία αποτελούν τους πυλώνες του καπιταλιστικού συστήματος.

 

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

 

Η αλληλεγγύη δεν είναι μία ακόμα μορφή αντικαθεστωτικής προπαγάνδας και δράσης, αν και περιλαμβάνει στοιχεία και των δύο. Είναι πρωτίστως συγκεκριμένη πολιτική παρέμβαση, προφανώς με διαφορετική στόχευση, φυσιογνωμία και μορφή ανάλογα με τον αποδέκτη της, αλλά με συνολικό σκοπό να αλλάξει με έμπρακτο και υλικό τρόπο τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς προς όφελος αυτού υπέρ του οποίου εκφράζεται. Η αλληλεγγύη, δηλαδή, δεν περιορίζεται στην καταγγελία της κατάστασης του αποδέκτη της, διολισθαίνοντας στη θυματοποίησή του, αλλά ούτε απογειώνεται σε μια γενική και αφηρημένη αποκάλυψη της καθεστωτικής βαρβαρότητας με αφορμή τον τρόπο που αντιμετωπίζει το κράτος αυτούς στων οποίων το πλευρό στέκεται, αγνοώντας τις πραγματικές ανάγκες τους στο συγκεκριμένο χρόνο και χώρο.

Η αλληλεγγύη, επίσης, δεν προϋποθέτει ταύτιση με τη συνολική διαδρομή και τη φυσιογνωμία που έχουν αυτοί υπέρ των οποίων εκφράζεται. Γι’ αυτό δεν εξετάζει, π.χ., τα πολιτικά φρονήματα κάποιων απολυμένων και σε γενικές γραμμές σέβεται το πλαίσιο αγώνα που οι ίδιοι καθορίζουν, ούτε εξετάζει αν κάποιος διωκόμενος είναι αριστερός, αναρχικός ή αντάρτης πόλης και αν έχει χρησιμοποιήσει μορφές πάλης με τις οποίες οι αλληλέγγυοι μπορεί να διαφωνούν.

Η σχέση των αλληλέγγυων με αυτούς στους οποίους εκφράζουν την αλληλεγγύη τους είναι «εξωτερική» και ταυτόχρονα «εσωτερική». Είναι «εξωτερική» γιατί οι φορείς και οι αποδέκτες της αλληλεγγύης δεν μοιράζονται στο συγκεκριμένο χρόνο τους ίδιους βαθμούς καταστολής και βαρβαρότητας· παράλληλα, όμως, είναι «εσωτερική» επειδή οι δύο πλευρές μοιράζονται εμπειρίες και γνώση καταστολής και βαρβαρότητας, κυρίως όμως μοιράζονται το πρόταγμα της ανατροπής του καθεστώτος που γεννά την καταστολή και τη βαρβαρότητα. Πρόκειται για δυναμική αλλά και εύθραυστη σχέση, η οποία απαιτεί, εκτός από αλληλοσυνεννόηση και αλληλοσεβασμό, τον προσδιορισμό των ρόλων τόσο των αλληλέγγυων όσο και των διωκόμενων ως ισότιμων μερών της «κοινότητας του αγώνα».

 

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ

 

Η αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους έχει το προτέρημα ότι τόσο οι φορείς όσο και οι αποδέκτες της συμφωνούν εξαρχής στο πρόταγμα της κοινωνικής ανατροπής και παράλληλα ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι (μπορούν να) λειτουργούν ως συλλογικό υποκείμενο, πράγμα που ευνοεί εξαιρετικά τόσο το δικό τους αγώνα όσο και την αλληλεγγύη.

Φυσικά, όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι (όπως, αντίστοιχα, και όλοι οι αλληλέγγυοι) δεν έχουν κοινές αντιλήψεις για το σύνολο των ζητημάτων του κοινωνικού ανταγωνισμού και της επαναστατικής ανατροπής. Θεωρούμε, ωστόσο, ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι αποτελούν δυνάμει πολιτικό υποκείμενο όταν συναντώνται η διαδρομή και οι απόψεις τους ως αγωνιστών πριν μπουν στη φυλακή με τη στάση και τους στόχους τους αφού συλληφθούν.

Με αυτή τη λογική, το «υποκείμενο πολιτικοί κρατούμενοι» (μπορεί να) περιλαμβάνει αγωνιστές-ριες που έχουν βρεθεί για διαφορετικούς λόγους στη φυλακή στο πλαίσιο του αντικαπιταλιστικού/αντιεξουσιαστικού αγώνα, όπως και κρατούμενους-ες που έχουν διαφορετικές υπερασπιστικές γραμμές, με την προϋπόθεση, αφενός, ότι καθένας σέβεται τη διαδρομή και τη στάση του άλλου και, αφετέρου, ότι όλοι μαζί αυτοαναγνωρίζονται ως πολιτικοί κρατούμενοι. Εξάλλου, είναι το ίδιο το κράτος που, αν και κάνει τα πάντα για να αποϊδεολογικοποιήσει την ένοπλη δράση, «δίνει» σε κάποιον την ιδιότητα του πολιτικού κρατούμενου ακριβώς με τον «ειδικό» τρόπο που τον αντιμετωπίζει.

Πιστεύουμε ακράδαντα ότι επ’ ουδενί η στάση απέναντι στο κατηγορητήριο (η ανάληψη ευθύνης ή η άρνηση των κατηγοριών, η δήλωση συμμετοχής σε ένοπλη οργάνωση ή η δήλωση συμμετοχής στον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο κ.λπ.), εφόσον βέβαια συνοδεύεται από την αντίστοιχη αξιοπρεπή αγωνιστική στάση στο δικαστήριο, μπορεί να αποτελέσει κριτήριο για την ιδιότητα του πολιτικού κρατούμενου και, συνακόλουθα, να καθορίσει το βαθμό αλληλεγγύης – η αρχή «κανένας όμηρος στα χέρια του κράτους» έχει σήμερα μεγαλύτερη αξία από ποτέ.

Εξ αυτού προκύπτει ότι οι φορείς της αλληλεγγύης σέβονται τη γενική πολιτική στάση και τη συγκεκριμένη υπερασπιστική γραμμή των πολιτικών κρατουμένων, εξειδικεύοντας όταν το απαιτεί η υπόθεση, αλλά ποτέ αξιολογώντας και ιεραρχώντας με βάση ιδεολογικές συμπάθειες, γενεαλογικές εγγύτητες ή πολιτικές σκοπιμότητες. Ταυτόχρονα, οι αποδέκτες της αλληλεγγύης, δηλαδή οι πολιτικοί κρατούμενοι, σέβονται τους αλληλέγγυους, χωρίς να απαιτούν από αυτούς είτε να ταυτιστούν με το σύνολο των αντιλήψεων και της δράσης τους είτε να επιλέξουν συγκεκριμένους πολιτικούς κρατούμενους αποκλείοντας άλλους.

Ως Δράση για την Ελευθερία (και Κινήσεις Αλληλεγγύης παλιότερα), εκφράσαμε και εκφράζουμε, από αντικαθεστωτική σκοπιά, την αμέριστη αλληλεγγύη μας στους πολιτικούς κρατούμενους, τόσο στους δρόμους όσο και στα δικαστήρια, τόσο σε όσους δεν έχουν σχέση με το κατηγορητήριο όσο και σε όσους αποδέχονται τη συμμετοχή τους σε ενέργειες ή οργανώσεις. Η ένταξη αρκετών από μας, ήδη από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, στο κίνημα αλληλεγγύης στους πολιτικούς κρατούμενους (βεβαίως, σε άλλες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και με πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις) μας έχει διδάξει ότι η δύναμη της αλληλεγγύης μετριέται από τις συγκεκριμένες νίκες απέναντι στο κράτος (ανάμεσά τους περιλαμβάνονται η απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων αλλά και η αναχαίτιση της τρομολαγνείας και της «εγκληματοποίησης» των ένοπλων οργανώσεων), πάνω απ’ όλα όμως από εκείνο το «είδος» αγώνα που, χωρίς οικονομία δυνάμεων και συναισθημάτων, περιγράφει και δημιουργεί τον κόσμο για την πραγμάτωση του οποίου οι πολιτικοί κρατούμενοι βρίσκονται στη φυλακή και εμείς στους δρόμους.

 

 

ΔΡΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ





Αλλη μία πρόβα κρατικής τρομοκρατίας

8 01 2011

Στις 17 Ιανουαρίου 2011 αρχίζει η δίκη της υπόθεσης της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Κατηγορούμενοι είναι 13 άτομα από τα οποία οι Χάρης Χατζημιχελάκης, Τάκης Μασούρας, Κωνσταντίνα Καρακατσάνη, Παναγιώτης Αργυρού, Γιώργος Καραγιαννίδης και Αλέξανδρος Μητρούσιας είναι προφυλακισμένοι, οι Μάνος Γιόσπας, Νίκος Βογιατζάκης και Ερρίκος Ράλλης είναι προσωρινά ελεύθεροι και οι Χρήστος Τσάκαλος, Νταμιάνο Μπολάνο, Γιώργος και Μιχάλης Νικολόπουλος φυγοδικούν.

Η όλη υπόθεση ξεκίνησε το Σεπτέμβριο του 2009 με την ανακάλυψη της περίφημης «γιάφκας του Χαλανδρίου», ενός σπιτιού στο εσωτερικό του οποίου βρέθηκε μια κατσαρόλα με ίχνη πυρίτιδας. Παρότι ο κάτοχος του σπιτιού Χ. Χατζημιχελάκης παραδέχθηκε ότι αυτός ο (ούτως ή άλλως, ανύπαρκτος) «εκρηκτικός μηχανισμός» ήταν δικός του και ότι κανείς από όσους σύχναζαν στο σπίτι του γνώριζε την ύπαρξή του, ξετυλίχθηκε μια πρωτοφανής επιχείρηση τρομολαγνείας, με ανεκδιήγητα τηλεοπτικά πολεμικά ανακοινωθέντα, αθρόες προσαγωγές, συλλήψεις και προφυλακίσεις.

Το κατηγορητήριο αποτελείται από πλήθος διάτρητα έως ανύπαρκτα στοιχεία, αυθαίρετα συμπεράσματα και αστυνομικές επινοήσεις με μοναδική συγκολλητική ουσία τη διωκτική πεποίθηση ότι «όλοι είναι ανακατεμένοι», πράγμα που συνιστά εξόφθαλμη ποινικοποίηση των προσωπικών σχέσεων και των ιδεολογικοπολιτικών αντιλήψεων των κατηγορουμένων – και όχι μόνο. Το γεγονός ότι οι Χατζημιχελάκης και Αργυρού αποδέχονται τη συμμετοχή τους στη Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς, υποστηρίζοντας τη φυσιογνωμία και τη δράση της, όχι μόνο δεν πρέπει να οδηγήσει στην εξοντωτική παραδειγματική καταδίκη τους, αλλά επ’ ουδενί πρέπει να λειτουργήσει επιβαρυντικά για τους συγκατηγορουμένους τους, σύμφωνα με την (αγαπημένη της Αντιτρομοκρατικής) «θεωρία των συγκοινωνούντων δοχείων». Οι Χατζημιχελάκης και Αργυρού αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής τους στη Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς (μαζί με τον Γεράσιμο Τσάκαλο, ο οποίος δεν είναι κατηγορούμενος σε αυτή τη δίκη) και οι υπόλοιποι την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής τους στον αναρχικό χώρο και τους αγώνες του – επιτέλους, δεν οφείλουν αυτοί να αποδείξουν την «αθωότητά» τους, αλλά το δικαστήριο να τεκμηριώσει την «ενοχή» τους.

 

Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στους Χάρη Χατζημιχελάκη και Παναγιώτη Αργυρού και απαιτούμε να μη δικαστούν συλλήβδην για το σύνολο των ενεργειών της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Φτάνει πια με τις φασιστικές αρχές της «συλλογικής ευθύνης» και της «ψυχικής συνέργειας»!
• Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στην Κωνσταντίνα Καρακατσάνη και στους Τάκη Μασούρα, Γιώργο Καραγιαννίδη, Αλέξανδρο Μητρούσια, Μάνο Γιόσπα, Νίκο Βογιατζάκη και Ερρίκο Ράλλη και απαιτούμε να απαλλαγούν από όλες τις κατηγορίες. Φτάνει πια με την τρομολαγνεία και τις δίκες σκοπιμότητας!

• Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στους Χρήστο Τσάκαλο, Νταμιάνο Μπολάνο, Γιώργο και Μιχάλη Νικολόπουλο και απαιτούμε να σταματήσει κάθε δίωξη σε βάρος τους. Φτάνει πια με το κυνήγι μαγισσών και τη στοχοποίηση του αναρχικού χώρου!

Όλοι-ες στη δικαστική αίθουσα των Φυλακών Κορυδαλλού Δευτέρα 17 Ιανουαρίου, 9 π.μ.